2.3. Όταν η ευθύνη μπορεί να συνεπάγεται ποινική ευθύνη
- Η παράλειψη μιας επιχείρησης να ενεργεί υπεύθυνα και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο ενδέχεται να οδηγήσει σε εμπλοκή της σε σοβαρότερες παραβιάσεις, οι οποίες επισύρουν ποινική ευθύνη τόσο για την ίδια όσο και για τα διευθυντικά στελέχη ή τα πρόσωπα που τη διοικούν.
- Με αφετηρία τη νομολογιακή παρακαταθήκη των Δικών των Βιομηχάνων της Νυρεμβέργης, η λογοδοσία των επιχειρήσεων για διεθνή εγκλήματα βασίζεται στην αναγνώριση αφενός του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζει η οικονομική δραστηριότητα σε περιόδους πολέμου και ένοπλων συγκρούσεων και αφετέρου του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις ενδέχεται να εμπλέκονται σε ειδεχθείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που συνιστούν διεθνή εγκλήματα.
- Τα διευθυντικά στελέχη μιας επιχείρησης μπορούν να υπέχουν ατομική ποινική ευθύνη για πράξεις της επιχείρησης, ακόμη και ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Παράλληλα, ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζεται ότι και οι ίδιες οι επιχειρήσεις μπορούν να υπέχουν ποινική ευθύνη, στο πλαίσιο της σταδιακής διαμόρφωσης και παγίωσης σχετικών εθιμικών κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται τόσο σε εθνικές έννομες τάξεις που αναγνωρίζουν ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων, όσο και σε έναν αυξανόμενο αριθμό διεθνών συνθηκών που κατοχυρώνουν την ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων. Ως αποτέλεσμα, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, οι εταιρείες μπορούν να υπέχουν ποινική ευθύνη για συγκεκριμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων η γενοκτονία, το απαρτχάιντ, η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, το οργανωμένο έγκλημα και η διαφθορά.
- Η συμπεριφορά των εταιρειών και των διευθυντικών τους στελεχών μπορεί να θεμελιώνει άμεση ποινική ευθύνη, συχνότερα όμως στοιχειοθετεί ευθύνη λόγω συνέργειας ή υποβοήθησης στην τέλεση εγκλημάτων. Η ευθύνη αυτή μπορεί να συνίσταται σε υποκίνηση, παροχή ηθικής υποστήριξης, συνδρομή ή παροχή βοήθειας, διευκόλυνση ή εξασφάλιση των μέσων που απαιτούνται για τη διάπραξη ενός εγκλήματος ή για τη δημιουργία των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή τη διάπραξη θηριωδών εγκλημάτων.
Η νομολογία των διεθνών δικαστηρίων έχει γενικά κρίνει ότι η ποινική ευθύνη για τέτοιες μορφές συνέργειας:
(α) μπορεί να θεμελιωθεί όταν η παρεχόμενη βοήθεια ή συνδρομή έχει ουσιώδη επίδραση στη διάπραξη του εγκλήματος· και
(β) εξαρτάται από τη γνώση που είχε η εταιρεία ή το διευθυντικό στέλεχος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούνταν οι υπηρεσίες ή οι δραστηριότητές τους, καθώς και σχετικά με την επίδρασή τους στη διάπραξη του εγκλήματος.
- Με άλλα λόγια, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η εταιρεία ή το φυσικό πρόσωπο επιδίωκε το συγκεκριμένο βλαπτικό αποτέλεσμα. Αρκεί να αποδειχθεί ότι, παρέχοντας υλικοτεχνική, χρηματοοικονομική ή επιχειρησιακή υποστήριξη, διέθετε πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση ότι οι κύριοι αυτουργοί συμμετείχαν στη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος ή, στην περίπτωση διώξεων ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ότι ενήργησε «με σκοπό τη διευκόλυνση της διάπραξης του εγκλήματος αυτού».
Επιπλέον, ο οικονομικός και διοικητικός έλεγχος επί μιας επιχείρησης που εμπλέκεται στην τέλεση εγκλήματος αρκεί για να θεμελιώσει ατομική ποινική ευθύνη. Η σχετική νομολογία έχει επιβεβαιώσει ότι οι επιχειρηματικοί φορείς δεν μπορούν να αποφύγουν τη λογοδοσία ισχυριζόμενοι ότι απλώς εκτελούσαν εμπορικές συμβάσεις.
2.4. Μηχανισμοί επιβολής
- Το διεθνές αυτό πλαίσιο μπορεί να επιβληθεί μέσω ενός ευρέος φάσματος μηχανισμών – ιδίως σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο – τους οποίους έχουν θεσπίσει τα κράτη προκειμένου να εκπληρώσουν τις νομικές υποχρεώσεις που περιγράφονται στην Ενότητα 2.1.
- Για πολλές επιχειρήσεις, ένα από τα βασικά κίνητρα για την υιοθέτηση πρακτικών που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ο κίνδυνος βλάβης της φήμης τους λόγω εμπλοκής σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνή εγκλήματα.
Για παράδειγμα, η Βάση Δεδομένων των Ηνωμένων Εθνών (βλ. ενότητα 3.1 κατωτέρω) έχει συμβάλει σημαντικά στην ευαισθητοποίηση σχετικά με την εταιρική ευθύνη στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη και έχει επηρεάσει αποφάσεις αποεπένδυσης.
- Η εξέταση του συνόλου των νομοθετικών και πολιτικών μηχανισμών που έχουν υιοθετήσει τα κράτη υπερβαίνει το αντικείμενο της παρούσας έκθεσης. Σε πολλά κράτη, όταν επιχειρήσεις παραβιάζουν τους κανόνες jus cogens, του εθιμικού διεθνούς δικαίου, του διεθνούς ποινικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής επιβολής και εκδίκασης. Σε άλλα κράτη, το εσωτερικό ποινικό δίκαιο, το δίκαιο των αδικοπραξιών και της αμέλειας, καθώς και το συμβατικό δίκαιο, παρέχουν χρήσιμους μηχανισμούς έννομης προστασίας για τα θύματα.
Οι Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (UNGPs) μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιούνται συστηματικά ως το κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς για την αξιολόγηση της εταιρικής συμπεριφοράς και τη διαπίστωση νομικώς κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
- Παραδείγματα απόδοσης εταιρικής ευθύνης για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου περιλαμβάνουν: στο Ηνωμένο Βασίλειο για τοξικές εκπομπές αερίων από ένα ορυχείο χαλκού , στην Ολλανδία για την προμήθεια νευροτοξικού αερίου στο Ιράκ, στη Γαλλία για πληρωμές σε ένοπλες ομάδες ώστε να παραμείνει σε λειτουργία ένα εργοστάσιο τσιμέντου και στη Σουηδία για τη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων για την διαφύλαξη πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Σουδάν. Στις ΗΠΑ, μια αστική αγωγή βάσει του Alien Torts Statute, σύμφωνα με το οποίο τα αμερικανικά δικαστήρια μπορούν να θεωρήσουν υπεύθυνες αμερικανικές εταιρείες για «παραβίαση[εις] του διεθνούς δικαίου», οδήγησε σε δικαστικό συμβιβασμό μια αμερικανική εταιρεία πετρελαίου για τη συμμετοχή της σε παραβιάσεις στη Μιανμάρ.
- Όταν μια εταιρία αποκομίζει κέρδη από ενέργειες που συνιστούν διεθνή εγκλήματα (π.χ. εγκλήματα πολέμου, γενοκτονία, απαρτχάιντ ή πράξη επιθετικότητας), μπορεί επίσης να έχει συντελέσει το σε πολλές χώρες νομικά βεβαιωμένο έγκλημα για ξέπλυμα χρημάτων και είσπραξη εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Αν τα εγκλήματα αυτά αποδειχθούν, μπορεί να επηρεαστεί το σύνολο των εταιρικών συναλλαγών σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, όπως η παροχή ασφαλιστικών, τεχνολογικών, νομικών, λογιστικών και τραπεζικών υπηρεσιών.
- Εγχώριοι νόμοι για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπάρχουν τώρα σε αρκετές χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Νορβηγία και η Ελβετία, και αναμένεται ο αριθμός τους να αυξηθεί σε όλη την ΕΕ μετά την υιοθέτηση της Οδηγίας της ΕΕ για την Εταιρική Βιωσιμότητα και την Επιμέλεια τον Ιούλιο του 2024, καθώς υπόκεινται στις προτεινόμενες τροπολογίες. Αυτοί οι νόμοι καθιερώνουν μηχανισμούς για εποπτεία και εφαρμογή μέσω ασφαλιστικών μέτρων και αποτελεσματικών, ανάλογων και αποτρεπτικών ποινών. Συχνά συμπληρώνονται από κανονισμούς που ισχύουν για συγκεκριμένους τομείς, όπως τα είδη κυβερνο-επιτήρησης διπλής χρήσης, η καταναγκαστική εργασία και η αδήλωτη εργασία.
- Οι Οδηγίες του ΟΟΣΑ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις σχετικά με την Υπεύθυνη Επιχειρηματική Συμπεριφορά έχουν ανοίξει νέες ευκαιρίες εξονυχιστικού ελέγχου. Αυτές απαιτούν από όλα τα 51 κράτη που συμμετέχουν, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, να δημιουργήσουν Εθνικά Σημεία Επαφής (NCPs) για την προώθηση των οδηγιών και να δημιουργήσουν έναν εξωδικαστικό μηχανισμό υποβολής παραπόνων που να επιτρέπει σε ΜΚΟ, συνδικάτα, σχετιζόμενα άτομα και κοινότητες να υποβάλλουν τα παράπονά τους αναφορικά με τις άμεσες δραστηριότητες ή τις αλυσίδες εφοδιασμού των εταιρειών που λειτουργούν σε ή από μια χώρα του ΟΟΣΑ, και να λαμβάνουν ένα αποτέλεσμα διαμεσολάβησης ή τελική απόφαση με συστάσεις.
- Ελλείψει άμεσων ένδικων μέσων κατά εταιριών, ενδέχεται να είναι δυνατό να θεωρηθούν τα κράτη υπεύθυνα για τη μη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις τους, όσον αφορά τις εταιρίες που υπάγονται στην δικαιοδοσία τους.