Τροπή
(η)(ουσ.)(απο το ρήμα τρέπω*)= μετατροπή, αλλαγή , μεταβολή:»η τροπή των πραγμάτων» || κατεύθυνση:»πήρε άλλη τροπή» || πληθ.»τροπές ηλίου», τα ηλιοστάσια || μτφ. τροποποίηση *τρέπω(ρ.μτβ.αόρ.έτρεψα,τράπηκα)= δίνω τροπή, στρέφω, γυρίζω πρός, διευθύνω προς || μετατρέπω, αλλάζω || αμτβ. κατευθύνομαι || φρ.»τρέπω σε φυγή»=κατανικώ
Music only playlist εδώ : https://www.youtube.com/watch?v=K6qj09OHvjw&list=PLbJv4YPJEZc5U3UPRklBDybJVeoNgBsf3








